Imatges de pàgina
PDF
EPUB

religion, nor let him do this of himself, but at the instance and continued exhortation of many Bishops.

15. Εί τις πρεσβύτερος ή διάκονος ή όλως του καταλόγου των κληρικών απολείψας την εαυτού παροικίαν εις ετέραν απέλθοι και παντελώς μεταστας' διατρίβοι έν άλλη παροικία παρά γνώμην του ιδίου επισκόπου, τούτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργείν: ει? μάλιστα προσκαλουμένου αυτόν του επισκόπου αυτού, επανελθείν ουχ υπήκουσεν, επιμένων τη αταξία ως λαϊκός μέντοι εκείσε κοινωνείτω.

[1. Cot. « al. διαστάς.-2. marg. ed. 2. μάλιστα εί.–3. Cot. αυτού επανελθείν,

Si quis Presbyter aut Diaconus aut quilibet de numero Clericorum, relinquens propriam Parochiam, pergat ad alienam, et omnino demigrans, præter Episcopi sui conscientiam, in aliena Parochiâ commoretur, hunc ulterius ministrare non patimur; præcipue si vocatus ab Episcopo redire contempserit, in sua inquietudine perseverans; verumtamen tanquam Laicus communicet.

If any Priest or Deacon, or in short any one in clerical Orders, shall leave his own Parish and go to anothers and permanently settle himself and remain in that other parish, without the cognisance of the Bishop, we order him to take no part in the ministry, especially if, after being called upon by his Bishop to return, he will not hearken, and still persist in his disorderly conduct. Let him however communicate, as one of the Laity.

16. Ει δε ο επίσκοπος, παρ' ό' τυγχάνουσιν, παρ' ουδέν λογισάμενος την κατ' αυτών ορισθείσαν αργίαν, δέξηται' αυτούς ως κληρικούς, αφοριζέσθω ως διδάσκαλος αταξίας.

[1. marg. ed. 2. φπαρατυγχάνουσιν.-2. Cot. ήγησάμενος.-3. marg. ed. 2. δέξεται.]

Episcopus vero, apud quem moratos esse constiterit, si contra eos decretam cessationem pro nihilo reputans, tanquam Clericos forte susceperit, velut magister inquietudinis communione privetur.

But if the Bishop, in whose diocese they are, shall take no account of the suspension from the ministry directed against them, and receive

[ocr errors]

them as Clerks, let him be excommunicated as the teacher of insubordination.

[Nos. 15 and 16 are united into one in Cot.)

[ocr errors]

17. Ο δυσί γάμοις συμπλακείς μετά το βάπτισμα ή παλλακήν κτησάμενος ου δύναται είναι επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος η όλως του καταλόγου του ιερατικού.

Si quis post Baptisma secundis fuerit nuptiis copulatus, aut concubinam habuerit, non potest esse Episcopus, non Presbyter, aut Diaconus, aut prorsus ex numero eorum, qui ministerio sacro deserviunt.

He, who after Baptism is twice married or keeps a concubine, cannot be a Bishop or Priest or Deacon, or be admitted into the ministry.

[merged small][ocr errors][merged small][ocr errors][merged small][merged small][merged small][merged small]

18. “Ο χήραν λαβών ή εκβεβλημένην ή εταίραν ή οίκέτιν ή των επί σκηνής ου δύναται είναι επίσκοπος ή διάκονος ή πρεσβύτερος και όλως του καταλόγου του ιερατικού.

[1. marg. ed. 2. η πρεσβύτερος ή διάκονος-and 80 Cot. in text.]

Si quis viduam aut ejectam acceperit, aut meretricem aut ancillam vel aliquam de iis, quæ publicis spectaculis mancipantur, non potest esse Episcopus, aut Presbyter aui Diaconus, aut ex eorum numero, qui ministerio sacro deserviunt.

If any marry a widow, or woman divorced, or a concubine, or handmaiden, or a stage-player, lie cannot be a Bishop, or Priest, or Deacon, or in anywise admitted to the ministry.

one

την

σθω

ung.

19. “Ο δύο αδελφάς αγαγόμενος ή αδελφιδην, ου δύναται είναι κληρικός. [1. αδελφήν, marg. ed. 2.]

Qui duas in conjugium sorores acceperit, vel filiam fratris, Clericus esse non poterit.

He who marries two sisters, or his niece, cannot be a Clerk.

[ocr errors][ocr errors][merged small]

20. Κληρικός, εγγυάς διδους, καθαιρείσθω.

Clericus, fidejussionibus inserviens, abjiciatur.
Let the Clerk, who gives securities, be removed from his office.

21. Ευνούχος, ει μεν εξ επηρείας ανθρώπου έγένετό τις ή εν διωγμώ αφηρέθη τα ανδρών, ή ούτως έφυ, και έστιν άξιος, γινέσθω.

[1. Cot. «In alio και ούτως έφυγε.”-2. Cot. in text, άξιος επισκοπής : in marg. al. επίσκοπος.”]

Eunuchus si per insidias hominum factus est, vel si in persecutione ejus sunt amputata virilia, vel si ita natus est, et est dignus, efficiatus Episcopus.

He who is an eunuch, either by the craft of men, or during a persecution, or who has been so from birth, if he is worthy, let him be a Bishop.

22. “Ο ακρωτηριάσας εαυτόν, μη γινέσθω κληρικός αυτοφονευτής γάρ έστιν εαυτού, και της του θεού δημιουργίας εχθρός.

[1. Cot. αυτοφόντης γάρ έστι και.]

Si quis abscidit semet ipsum, non fiat Clericus ; quia suus homicida est, et Dei conditionis inimicus.

Let not him, who has mutilated himself, be a Clerk. For he is a self-murderer, and an enemy to the handywork of God.

23. Εί τις, κληρικός ών, εαυτόν ακρωτηριάσει, καθαιρείσθω φονεύς' γάρ έστιν εαυτού.

[1. marg. ed. 2. φονευτής.]

Si quis, cum Clericus sit, absciderit semet ipsum, omnino damnetur, quia suus est homicida.

If any one being a Clerk mutilates himself, let him be deposed, for he is a self-murderer.

24. Λαικός εαυτόν ακρωτηριάσας αφοριζέσθω έτη τρία επίβουλος γάρ έστιν της εαυτού ζωής.

Laicus, semet ipsum abscindens, annis tribus communione privetur ; quiæ suæ vitæ insidialor exstitit.

Let any Layman, who mutilates himself, be excommunicated for three years ; for he is a plotter against his own life.

[21, 2, 3, 4, are all united in Cot.]

25. 'Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος επί πορνεία ή επιορκία ή κλοπή άλους καθαιρείσθώ, και μη αφοριζέσθω λέγει γαρ ή γραφή, ουκ εκδικήσεις δις επί το αυτό? ώσαύτως δε και οι λοιποί κληρικοί.

[o Cot. in text; in marg. « al. επί.”-2. Cot. αυτό εν θλίψει.-3. marg. ed. 2. ομοίως και οι λοιποί κληρικοί τη αυτή αιρέσει υποκείσθωσαν.]

Episcopus, aut Presbyterus, aut Diaconus, qui in fornicatione aut perjurio aut furto captus est, deponatur ; non tamen communione privelur. Dicit enim Scriptura— . Non vindicabit Dominus bis in id ipsum." Similiter ct reliqui Clerici huic conditioni subjaceant.

[This is divided into two Canons in the version of Dionysius. ]

If a Bishop, Priest or Deacon is detected in fornication, perjury or theft, let bim be deposed, but not excommunicated; for the Scripture says, “ Thou shalt not twice punish the same fault;" and in like manner the other Clergy.

26. Τών εις κλήρον προσελθόντων' αγάμων κελεύομεν βουλομένους γαμείν αναγνώστας και ψάλτας μόνον.3

[1. marg. ed. 2. προεληλυθότων. Cot. in text, παρελθόντων : in marg. « al. προελθόντων, vel προσελθόντων, vel προεληλυθότων.-2. marg. ed. 2. μόνους.]

Innuptus autem, qui ad Clerum provecti sunt, præcipimus, ut, si voluerint, uxores accipiant; sed Lectores Cantoresque tantummodo.

Of those, who are admitted to the Clerkship, unmarried, we permit only the Readers and Singers, if they wish it, to marry.

27. 'Επίσκοπον η πρεσβύτερον η διάκονον τύπτοντα πιστούς αμαρτάνοντας ή απίστους αδικήσαντας, διά τοιούτων φοβείν εθέλονται, καθαιρείσθαι προστάσσομεν ουδαμού γαρ Κύριος τούτο ημάς εδίδαξεν" τουναντίον δε

αυτός τυπτόμενος ουκ αντέτυπτεν: λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει" πάσχων ουκ ήπείλει.

[I. Cot. “al. εθέλοντας.”-2. Cot. ημάς ο Κύριος ταύτα.]

Episcopum aut Presbyterum aut Diaconum percutientem fideles delinquentes, aut in fideles inique agentes et per hujusmodi volentem timeri, dejici ab officio suo præcipimus ; quia nusquam nos hoc Dominus docuit; e contrario vero ipse, cum percuteretur, non repercutiebat; cuin malediceretur, non "remaledicebat; cum pateretur, non comminabatur.

We ordain that any Bishop, Priest or Deacon, who beats believers, when erring, or unbelievers when doing wrong, and who seeks by these means to make himself feared, shall be deposed. For nowhere has the Lord taught us this. But on the contrary when beaten, he struck not again; when reviled, he reviled not again; when he suffered, he threatened not.

[ocr errors]

28.

Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος καθαιρεθείς δικαίως επί εγκλήμασι φανεροίς, τολμήσειεν άψασθαι της ποτε εγχειρισθείσης αυτό λειτουργίας, ούτος παντάπασιν εκκοπτέσθω της εκκλησίας.

[1. Cot. έφάψασθαι.]

Si quis Episcopus aut Preshyter aut Diaconus depositus juste super certis criminibus, ausus fuerit attrectare ministerium dudum sibi commissum, hic ab Ecclesiâ penitus abscindatur.

If any Bishop, or Priest or Deacon, who has been justly deposed upon clear charges, shall dare to interfere in the ministry formerly in his hands, let him be cut off altogether from the Church

[ocr errors]

29. Εί τις επίσκοπος διά χρημάτων της αξίας ταύτης εγκρατής γένηται η πρεσβύτερος ή διάκονος, καθαιρείσθω, και αυτός και ο χειροτονήσας, και εκκοπτέσθω παντάπασι και της κοινωνίας, ως Σίμων ο μάγος υπ' εμού Πέτρου.

Si quis Episcopus aut Presbyter aut Diaconus per pecunias hanc obtinuerit dignitatem dejiciatur et ipse et ordinator ejus, et a communione modis omnibus abscindatur, sicut Simon magus a Petro.

If any Bishop or Priest or Deacon shall obtain his dignity by means

« AnteriorContinua »